Σάμος: Ιστορία
Στις αρχαίες πηγές η Σάμος εμφανίζεται με πολλά ονόματα: Υδρήλη, λόγω των πηγών της, Μελάμφυλλος, Μελάνθεμος, Φυλλίς και Ανθεμίς, για την πλούσια και ξεχωριστή χλωρίδα της, που τη χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα, και Δόρυσσα, Δρυούσα και Κυπαρισσία για τα δέντρα της, που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για την ανάπτυξη της ναυπηγικής τέχνης. Πιθανότατα τα περισσότερα από αυτά τα ονόματα ήταν απλώς επίθετα, αφού παράλληλα το όνομα Σάμος εμφανίζεται σταθερά στις αρχαίες πηγές και μάλλον προέρχεται από μια αρχαία ρίζα (sama), που σημαίνει τόπο με ψηλά βουνά. Στις πηγές συναντάται και μία μεταγενέστερη παρετυμολογική αιτιολογική παράδοση, που ερμηνεύει το όνομα από τον Σάμο, γιο του Αγκαίου, του πρώτου μυθικού οικιστή του νησιού.
Κατά την ιστορική παράδοση, το νησί κατοίκησαν διαδοχικά Φοίνικες, Πελασγοί, Κάρες και Λέλεγες. Σύμφωνα με τη μυθολογία, το νησί κατοίκησε πρώτος ο Αγκαίος από την Αρκαδία, ο οποίος είχε μάλιστα πάρει μέρος και στην Αργοναυτική εκστρατεία. Ο μύθος αυτός πιθανότατα υποδηλώνει τη μετακίνηση προς τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου (άρα και προς τη Σάμο) πληθυσμών από την κυρίως Ελλάδα, στα τέλη της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή, οι πρώτοι άποικοι του νησιού ήταν Ίωνες από την περιοχή της Επιδαύρου, με επικεφαλής τον Τεμβρίωνα και κατόπιν τον Προκλή, φέρνοντας μαζί τους και τη λατρεία της θεάς Ήρας.
Από τα ανασκαφικά δεδομένα είναι γνωστό ότι στον χώρο του Ηραίου, στη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού, υπάρχουν εγκαταστάσεις και αλλεπάλληλες φάσεις κατοίκησης ήδη από την Πρωτοελλαδική περίοδο, στα μέσα της τρίτης χιλιετίας π.Χ., έως και τα τελευταία Υστεροελλαδικά χρόνια. Παρά το ότι η προϊστορική Σάμος δεν έχει ακόμη επαρκώς μελετηθεί, η ανθρώπινη παρουσία στο νησί μπορεί να τοποθετηθεί ήδη κατά τη Νεολιθική περίοδο, ενώ περιορισμένη άνθηση φαίνεται να υπάρχει κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Έτσι, η λατρεία της Ήρας διαδέχεται εκείνη της προϊστορικής Μητέρας Θεάς, που υπήρχε ήδη από τα μέσα της δεύτερης προχριστιανικής χιλιετίας.
Η Σάμος έγινε ένα από τα 12 μέλη του Κοινού των Ιώνων ή της Ιωνικής Δωδεκάπολης. Γύρω στο 650 π.Χ. ήταν ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα στο Αιγαίο -τη βοηθούσε και η θέση της. Το νησί ήταν γνωστό από την αρχαιότητα για τα κρασιά του αλλά και τα κεραμεικά του, που τα εξήγαγε, ενώ εισήγαγε υφάσματα από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας και γενικά ανέπτυσσε έντονο διαμετακομιστικό εμπόριο. Οι Σάμιοι άνοιξαν εμπορικές οδούς με την Αίγυπτο, την Κυρήνη, την Κόρινθο αλλά και με τη Μαύρη Θάλασσα. Το εμπόριο έφερε και τη ρήξη με την εμπορική αντίπαλο Μίλητο.
Χάρη στη συμμαχία τους με την Αίγυπτο αλλά και το δικό τους σημαντικό στόλο, οι Σάμιοι αντιστάθηκαν επί πολύ στον περσικό επεκτατισμό. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ήταν οι πρώτοι Έλληνες που έφτασαν στα στενά του Γιβραλτάρ. Το 535 η ολιγαρχία καταλύθηκε από τον Πολυκράτη που επέβαλε τυραννίδα μαζί με τα αδέλφια του, ένα από τα οποία στη συνέχεια σκότωσε και το άλλο το εξόρισε. Εντούτοις επί Πολυκράτη η Σάμος έφτασε στην ακμή της, παρότι ο στόλος της συνέχιζε να λειτουργεί και με πειρατικά κριτήρια, τα οποία την εποχή εκείνη θεωρούνταν περισσότερο πολεμικές επιχειρήσεις παρά κοινές ληστρικές. …